νέκρωση


νέκρωση
[нэкроси] ουσ. Θ. умерщвление.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νέκρωση" в других словарях:

  • νέκρωση — η 1. η παύση της ζωής. 2. νάρκωση, τοπική αναισθησία: Νέκρωση του δοντιού. 3. ακινησία, στασιμότητα, νέκρα: Νέκρωση του εμπορίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νέκρωση — Ο θάνατος ενός τμήματος του οργανισμού που μπορεί να αφορά ένα μόνο κύτταρο ή έναν ιστό ή ένα ολόκληρο όργανο. Διακρίνονται: η απλή ν., με εξαφάνιση του πυρήνα και σχετική διατήρηση των άλλων συστατικών του κύτταρου, η ν. με πήξη, εξαιτίας πήξης… …   Dictionary of Greek

  • νεκρώσῃ — νεκρώσηι , νέκρωσις mortification fem dat sg (epic) νεκρόω make dead aor subj mid 2nd sg νεκρόω make dead aor subj act 3rd sg νεκρόω make dead fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμφραγμα — Νέκρωση ενός ιστού που οφείλεται σε διακοπή ή ελάττωση της αρτηριακής αιμάτωσής του. Το αίτιο συνίσταται στην απόφραξη μιας αρτηρίας από θρόμβωση, εμβολή ή κοκκιωματώδη επεξεργασία των τοιχωμάτων της. Το έ. επέρχεται όταν η αρτηρία που έχει… …   Dictionary of Greek

  • γάγγραινα — Νέκρωση ποικίλης έκτασης μιας περιοχής του σώματος, που παρουσιάζει επιπλοκή από την εγκατάσταση μικροβίων. Διακρίνεται σε γ. ξηρή και υγρή. Η πρώτη εμφανίζεται στα άκρα και οφείλεται στην παρεμπόδιση της τοπικής αιμάτωσης εξαιτίας της… …   Dictionary of Greek

  • έντερο — Το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που περιλαμβάνεται μεταξύ του στομάχου και του δακτυλίου του πρωκτού. Διακρίνεται σε λεπτό έ., που αρχίζει από τον πυλωρικό σφιγκτήρα και απολήγει στην ειλεοτυλφική βαλβίδα, το οποίο είναι υπεύθυνο για το μεγαλύτερο… …   Dictionary of Greek

  • κρυοπάγημα — Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται σε ιστούς του σώματος ως συνέπεια της τοπικής επίδρασης του ψύχους. Το κ. προσβάλλει συχνότερα τα άκρα, τη μύτη, τα αφτιά, τα χέρια και τα πόδια. Η έκθεση του ανθρώπινου σώματος σε χαμηλές θερμοκρασίες… …   Dictionary of Greek

  • νεκροπάθεια — η (Α νεκροπάθεια ή νεκροπαθεία) νεοελλ. παθολογική διάθεση στην οποία παρατηρείται διαδοχική νέκρωση όλων ή τών περισσότερων οστών τού σώματος αρχ. η νέκρωση τών παθών. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεκρ(ο)* + πάθεια (< παθής < πάθος), πρβλ. μεγαλο πάθεια …   Dictionary of Greek

  • νεκρωτικός — ή, ό (ΑΜ νεκρωτικός ή, όν) [νεκρώ] αυτός που προκαλεί νέκρωση («τῇ νεκρωτικῇ τῶν παθῶν ἐνεργείᾳ», Θεόδ. Στουδ.) νεοελλ. 1. αυτός που νεκρώθηκε, που εμφανίζει σημεία νέκρωσης 2. φρ. «νεκρωτικά φάρμακα» φάρμακα που, όταν έλθουν σε επαφή με ζωντανό… …   Dictionary of Greek

  • ρινονέκρωση — η, Ν ιατρ. νέκρωση τού ρινικού διαφράγματος ή τών ρινικών κογχών, που προέρχεται από διάφορες νόσους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥίς, ῥινός + νέκρωση] …   Dictionary of Greek